Καρδιακή Ανεπάρκεια

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί συχνό αίτιο εμφάνιση της δύσπνοιας, της εύκολης κούρασης και των πρησμένων ποδιών σε ηλικιωμένα άτομα.

Τι είναι η καρδιακή ανεπάρκεια; Είναι κάτι σοβαρό;

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια κατάσταση (επιστημονικότερα σύνδρομο), όπου καταλήγουν διάφορες καρδιακές παθήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της καρδιακής παροχής με αίμα στα όργανά μας και στην κατακράτηση υγρών. Κλασικά συμπτώματα είναι η πολύ εύκολη κούραση, η δύσπνοια στη μικρή προσπάθεια και τα πρησμένα πόδια. Πολύ συχνά ο ασθενής ξυπνά τα βράδια με δυσκολία στην αναπνοή και κάθεται στην καρέκλα για να ανασάνει ή βάζει πολλά μαξιλάρια για να μπορεί να κοιμηθεί καλύτερα. Υπάρχουν ασθενείς που κοιμούνται για εβδομάδες ή μήνες στην καρέκλα και όχι στο κρεββάτι! Σπανιότερα συμπτώματα είναι το πρήξιμο και ο πόνος στην κοιλιά από υγρά που μαζεύονται  στο συκώτι και στο έντερο, η ταχυκαρδία και το αίσθημα παλμών καθώς η καρδιά προσπαθεί να κυκλοφορήσει το αίμα αυξάνοντας τους παλμούς και η λιποθυμία από κάποια σοβαρή αρρυθμία.

Από πλευράς μηχανισμού η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια κατάσταση, όπου η καρδιά μας αδυνατεί λόγω δικών της προβλημάτων να τροφοδοτήσει τα όργανά μας με όσο αίμα αυτά χρειάζονται ή το επιτυγχάνει μόνο αυξάνοντας την εσωτερική της πίεση προκαλώντας κατακράτηση υγρών. Η κατάσταση αυτή είναι συχνά το τελικό στάδιο καρδιακών παθήσεων όπως το έμφραγμα και η στεφανιαία νόσος, οι βαλβιδοπάθειες, και οι μυοκαρδιοπάθειες. Μπορεί ωστόσο να συμβεί χωρίς να υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω σε ανθρώπους άνω των 70 που απλώς έχουν υπέρταση ή διαβήτη. Επομένως η καρδιακή ανεπάρκεια αφορά συνήθως άτομα άνω των 70 και είναι πολύ συχνή μετά την ηλικία των 80 ετών. Μπορεί όμως να εμφανιστεί και στην ηλικία κάτω των 70 ετών, όταν η καρδιά έχει κάποια σημαντική πάθηση, όπως ένα σοβαρό έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια δύσκολη πάθηση, όπου οι εφεδρείες της καρδιάς είναι πλέον σημαντικά μειωμένες και το προσδόκιμο επιβίωσης είναι στις ήπιες περιπτώσεις 5 με 10 έτη, ενώ στις σοβαρότερες περιπτώσεις λιγότερο από δύο έτη. Σημαντική καμπή στην πορεία της πάθησης αποτελεί η ανάγκη για εισαγωγή στο νοσοκομείο, όταν τα συμπτώματα γίνουν πολύ πιο έντονα και η αγωγή στο σπίτι δε φέρει βελτίωση.

Πώς διαγιγνώσκεται η καρδιακή ανεπάρκεια;

Η διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας γίνεται με βάση α) το ιστορικό του ασθενούς, δηλαδή τα συμπτώματά του, όπως εύκολη κούραση και δύσπνοια, β) την κλινική εξέταση από τον καρδιολόγο, π.χ. φύσημα στην καρδιά, ακροαστικά από κατακράτηση υγρών στους πνεύμονες, πρησμένα πόδια και γ) ευρήματα στον υπέρηχο (τρίπλεξ) καρδιάς, όπως μειωμένη συστολική απόδοση, ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, αυξημένες πιέσεις εντός της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας (έμμεσοι δείκτες). Σημαντικό ρόλο στην έντονη υποψία για την ύπαρξη καρδιακής ανεπάρκειας έχει το καρδιογράφημα. Ένα εντελώς φυσιολογικό καρδιογράφημα κάνει σχετικά απίθανη την ύπαρξη καρδιακής ανεπάρκειας.

Στη διάγνωση βοηθάει  και η ακτινογραφία θώρακος όπου μπορεί να έχουμε συλλογή υγρού στις βάσεις των πνευμόνων και διαταραχές στην αγγείωση των πνευμόνων. Εννοείται ότι για να τεθεί η διάγνωση δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο άλλο πολύ εμφανές αίτιο για τα συμπτώματα, όπως πολύ χαμηλός αιματοκρίτης, αναπνευστικά προβλήματα, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Άρα στη διερεύνηση συμπτωμάτων όπως η εύκολη κούραση, η δύσπνοια και τα πρησμένα πόδια πρέπει να γίνονται βασικές αιματολογικές εξετάσεις, όπως γενική αίματος, γενική ούρων, ουρία, κρεατινίνη, ασβέστιο, κάλιο, νάτριο, έλεγχος λειτουργίας θυρεοειδούς και ακτινογραφία θώρακος για αποκλεισμό πνευμονοπάθειας. Υπάρχουν κάποιες δυσκολίες στη διάγνωση όταν συνυπάρχουν και άλλες παθήσεις, όπως οι πνευμονοπάθειες, οπότε πρέπει να γίνεται συνεργασία των αντίστοιχων ειδικοτήτων. Μερικές φορές η διάγνωση τίθεται και μέσω της βελτίωσης του ασθενούς με τη χορήγηση διουρητικών.

Τα τελευταία χρόνια βοηθάει τους γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως οι παθολόγοι ή οι γενικοί γιατροί, όταν υποπτεύονται καρδιακή ανεπάρκεια να ζητούν τη μέτρηση στο αίμα ειδικών εξετάσεων που λέγονται νατριουρητικά πεπτίδια. Τα νατριουρητικά πεπτίδια είναι δύο: το BNP και το NT-pro-BNP. Υπάρχουν συγκεκριμένα όρια στα νατριουρητικά πεπτίδια, πάνω από τα οποία είναι πιθανή η ύπαρξη καρδιακής ανεπάρκειας, οπότε γίνεται παραπομπή σε ειδικό καρδιολόγο να διερευνήσει αναλυτικά τον ασθενή. Εάν η μέτρηση είναι κάτω από τα όρια αυτά, ο παθολόγος με σχετική ασφάλεια μπορεί να αποκλείσει την καρδιακή ανεπάρκεια ως αίτιο των συμπτωμάτων και να ψάξει σε άλλη κατεύθυνση το αίτιο των συμπτωμάτων του ασθενούς. Ωστόσο, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων, καθώς τα επίπεδα των νατριουρητικών πεπτιδίων αλλάζουν με την ηλικία, επί παχυσαρκίας και με τη φαρμακευτική αγωγή. Επίσης πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα όρια ανάλογα με την ταχύτητα εμφάνισης των συμπτωμάτων. Τα νατριουρητικά πεπτίδια είναι ακόμη πιο χρήσιμα στη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, όταν το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας είναι φυσιολογικό.

Σε ποιες κατηγορίες χωρίζεται η καρδιακή ανεπάρκεια;

Υπάρχουν δύο κατηγορίες καρδιακής ανεπάρκειας που τις ξεχωρίζουμε με βάση τον υπέρηχο καρδιάς.

Η πρώτη κατηγορία είναι η καρδιακή ανεπάρκεια, όπου η συστολική δύναμη της καρδιάς είναι σημαντικά μειωμένη. Συγκεκριμένα το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας είναι κάτω από 40% (έναντι φυσιολογικού πάνω από 50%) και οι διαστάσεις της καρδιάς είναι αυξημένες. Η κατηγορία αυτή λέγεται επιστημονικά: καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης. Στην κατηγορία αυτή, η κύρια διαταραχή είναι η μείωση της ικανότητας της καρδιάς να συστέλλεται αποτελεσματικά. Οι περισσότεροι ασθενείς αυτής της κατηγορίας έχουν υποστεί κάποιο μεγάλο έμφραγμα στο παρελθόν ή πάσχουν από διατατική μυοκαρδιοπάθεια

Η δεύτερη κατηγορία καρδιακής ανεπάρκειας είναι η περίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας με φυσιολογικό κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας, δηλαδή πάνω από 50 %. Στην περίπτωση αυτή η κύρια διαταραχή θεωρείται η απώλεια της ελαστικότητας της καρδιάς με αποτέλεσμα την αύξηση των εσωτερικών πιέσεων στην αριστερή κοιλία. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και φυσιολογικό κλάσμα εξώθησης είναι συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας με πολλά συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας.

Όπως καταλαβαίνει κανείς υπάρχει και η περίπτωση των ασθενών με ενδιάμεσο κλάσμα εξώθησης 40 με 50% που δεν υπάγεται στις δύο κύριες κατηγορίες. Στους ασθενείς αυτούς θεωρούμε ότι συνυπάρχουν διαταραχές τόσο στη συστολή, όσο και στη χαλάρωση της καρδιάς.

Υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για την καρδιακή ανεπάρκεια;

Υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για την ανακούφιση από τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας. Σημαντικός θεραπευτικός στόχος στην καρδιακή ανεπάρκεια είναι η μείωση των εισαγωγών στο νοσοκομείο.

Κλασική θεραπεία για την ανακούφιση από τα συμπτώματα της κατακράτησης υγρών, όπως τα πρησμένα πόδια και η δύσπνοια, είναι η χορήγηση κατάλληλων δόσεων διουρητικών με προσοχή ως προς την αποφυγή παρενεργειών.

Όσον φορά τη βελτίωση της επιβίωσης, υπάρχουν διαθέσιμες αποτελεσματικές θεραπείες στη μορφή της καρδιακής ανεπάρκειας με μειωμένο κλάσμα εξώθησης. Σημαντικά φάρμακα που βοηθούν τόσο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, όσο και στην αύξηση της επιβίωσης είναι οι αναστολείς του άξονα ρενίνης – αγγειοτενσίνης και οι βήτα – αναστολείς.

Αντιθέτως στη μορφή της καρδιακής ανεπάρκειας με φυσιολογικό κλάσμα εξώθησης δεν υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες που να αυξάνουν την επιβίωση. Στη μορφή αυτή της καρδιακής ανεπάρκειας βοηθούμε τον ασθενή απλώς στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Φυσικά, σε κάθε περίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας θεραπεύουμε, όπου είναι εφικτό, την πάθηση που προκαλεί την καρδιακή ανεπάρκεια. Για παράδειγμα εάν το αίτιο της καρδιακής ανεπάρκειας είναι η στεφανιαία νόσος προσπαθούμε να βελτιώσουμε την αιμάτωση της καρδιάς με στεντ ή ακόμη και bypass, εάν μέσω των κατάλληλων εξετάσεων (όπως σπινθηρογράφημα καρδιάς) φανεί ότι αυτό θα βοηθήσει τον ασθενή. Είναι επίσης αυτονόητο ότι σε κάθε μορφή καρδιακής ανεπάρκειας η καλή ρύθμιση της πίεσης συμβάλλει στην καλύτερη πορεία του ασθενούς.

Στις πολύ σοβαρές περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας με μειωμένο κλάσμα εξώθησης, εκτός των φαρμακευτικών θεραπειών, υπάρχουν και οι πιο προχωρημένες παρεμβάσεις της τοποθέτησης απινιδωτή και αν ενδείκνυται αμφικοιλιακού βηματοδότη. Επίσης όταν η καρδιακά ανεπάρκεια συνοδεύεται από σοβαρή ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, υπάρχει η επέμβαση της τοποθέτησης ενός κλιπ – ράμματος στη μιτροειδή βαλβίδα με ειδικούς καθετήρες (χωρίς χειρουργείο). Η επέμβαση αυτή γίνεται στην περίπτωση που υπάρχουν οι κατάλληλες ανατομικές προϋποθέσεις στη μιτροειδή βαλβίδα, όπως εκτιμώνται με το διοισοφάγειο υπέρηχο καρδιάς.

Στις περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας τελικού σταδίου, όπου ο ασθενής έχει πολλές εισαγωγές στο νοσοκομείο και τα συμπτώματα είναι πολύ σοβαρά παρά τις παραπάνω φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις ο ασθενής μπαίνει σε λίστα μεταμόσχευσης καρδιάς. Η απουσία μοσχευμάτων καρδιάς κάνει πρακτικά την προοπτική της μεταμόσχευσης εξαιρετικά μακρινή για τους περισσότερους και για τους άνω των 65 ετών ανέφικτη. Η τεχνολογία προσπαθεί να μας δώσει λύση στις δύσκολες αυτές περιπτώσεις με την κατασκευή συσκευών που τοποθετούνται χειρουργικά εντός της καρδιάς. Οι συσκευές υποβοήθησης της καρδιάς είναι πανάκριβες και παρουσιάζουν πολλές επιπλοκές. Εάν το πρόβλημα εντοπίζεται μόνο στην αριστερή κοιλία της καρδιάς και η δεξιά κοιλία λειτουργεί (ακόμη) κανονικά, η συσκευή υποβοήθησης είναι αρκετά μικρότερη και ευκολότερη στην τοποθέτηση και αποτελεί αρκετά καλή λύση.

Τι πρέπει να κάνει ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια για να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του;

Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθείται στενά από έναν συγκεκριμένο καρδιολόγο που να μπορεί να διαθέσει χρόνο και να έχει τις απαραίτητες γνώσεις – εμπειρία για την απαιτητική αυτή πάθηση.

Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει καθημερινά να παρακολουθεί την πίεση και το βάρος του. Εάν παρατηρήσει αύξηση του βάρους του, π.χ. δύο ή περισσότερα κιλά, πρέπει να ενημερώνει τον καρδιολόγο του, ώστε να του δοθούν οδηγίες για πιθανή αύξηση των διουρητικών, καθώς αυτό συχνά σημαίνει κατακράτηση υγρών. Η πίεση πρέπει να είναι ρυθμισμένη, ώστε να αποφεύγεται και η υπόταση και η υπέρταση.

Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια είναι ευαίσθητος στην αυξημένη πρόσληψη αλατιού. Συνιστάται το ήπιο αλάτισμα του φαγητού και η αποφυγή τυποποιημένων τροφών με «κρυμμένο» αλάτι, όπως τα αλλαντικά. Επίσης πρέπει να αποφεύγει το έτοιμο φαγητό που μαγειρεύεται εκτός σπιτιού, ειδικά το «γρήγορο» φαγητό (πίτσες, σουβλάκια), λόγω του πολύ αλατιού που έχουν αυτά τα φαγητά. Εάν ο ασθενή θέλει να φάει έτοιμο φαγητό, πρέπει να ζητάει να μην έχει καθόλου αλάτι και να βάζει ο ίδιος μια μικρή ποσότητα.

Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια δεν πρέπει να διακόπτει την αγωγή του χωρίς να έχει πάρει την άδεια από το γιατρό του. Για παράδειγμα, συχνά,  παρατηρείται το φαινόμενο, ο ασθενής να αποφεύγει τα διουρητικά για πρακτικούς λόγους και αυτό να οδηγεί στην επιδείνωση της κατακράτησης των υγρών έως και στην εμφάνιση πνευμονικού οιδήματος.

Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να αποφεύγει τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως το Ponstan, το Mesulid, το Voltaren, το Brufen κ.α., γιατί πολλές φορές επιδεινώνουν τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

  • Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί σοβαρή κατάσταση, όπου η καρδιά δεν μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά το ρόλο της στην παροχή αίματος στα όργανα του σώματος
  • Τα συνήθη συμπτώματα είναι η εύκολη κούραση, η δύσπνοια στη μικρή προσπάθεια και το πρήξιμο στα πόδια
  • Τα αίτια της καρδιακής ανεπάρκειας είναι ποικίλα με κυριότερα τη στεφανιαία νόσο και το έμφραγμα, τις βαλβιδοπάθειες και την υπέρταση
  • Η διάγνωση πολλές φορές είναι εύκολη και γίνεται με το ιστορικό, την εξέταση, το καρδιογράφημα και το τρίπλεξ καρδιάς, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μας δυσκολεύει η συνύπαρξη και άλλων παθήσεων (όπως οι πνευμονοπάθειες) ή η μεγάλη ηλικία, όπου κάποια συμπτώματα μπορεί να αποδοθούν σε αυτά
  • Η θεραπεία είναι η χορήγηση διουρητικών, ώστε να μειωθεί η κατακράτηση υγρών, ενώ όταν υπάρχει μειωμένη συστολική δύναμη της καρδιάς μας βοηθούν και μια σειρά φαρμάκων που αυξάνουν την επιβίωση και την ποιότητα ζωής του ασθενούς
  • Σημαντικός στόχος της θεραπείας των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια είναι η μείωση της ανάγκης για εισαγωγή στο νοσοκομείο
2017-12-05T08:58:12+00:00