Καρδιογράφημα

Το καρδιογράφημα είναι αναντικατάστατο εργαλείο στην ανάλυση του καρδιακού ρυθμού και της ηλεκτρικής κατάστασης της καρδιάς.

Τι είναι το καρδιογράφημα;

Το καρδιογράφημα ή σωστότερα ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι η καταγραφή των μικρών ρευμάτων που παράγονται στην καρδιά μας και φτάνουν έστω και εξασθενημένα στην επιφάνεια του σώματος, δηλαδή στο δέρμα μας. Ένα ειδικό όργανο ο καρδιογράφος μέσω ηλεκτροδίων που τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία στα χέρια, στα πόδια και στο θώρακα, καταγράφει τα μικρά αυτά ρεύματα και τα τυπώνει σε χαρτί.

Η πρώτη τέτοια καταγραφή έγινε από τον Ολλανδό Φυσιολόγο Willem Einthoven το 1901 που έδωσε και τα αρχικά γράμματα P, Q, R, S, T στο γράφημα που προκύπτει τα οποία ισχύουν έως σήμερα.

Έκτοτε το καρδιογράφημα, αφού τελειοποιήθηκε από τεχνικής πλευράς, αποτελεί σήμερα το πιο εύχρηστο και πολυχρησιμοποιημένο εργαλείο στην καρδιολογία και δικαίως ο Einthoven πήρε το 1924 το βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας για την ανακάλυψή του. Στις μέρες μας ο καρδιογράφος έχει εξελιχθεί, ώστε να υπάρχουν μικρά φορητά μοντέλα, με μπαταρία για πολλές λήψεις, ψηφιακές δυνατότητες και δυνατότητα ταυτόχρονης καταγραφής, αν και η βασική ιδέα του Einthoven παραμένει η ίδια.

Καρδιογράφημα: Πώς δουλεύει και τι κάνει ο καρδιογράφος;

Τα μικρά ρεύματα που παράγονται στην καρδιά μας οφείλονται στην ηλεκτρική διέγερση του μυοκαρδίου αρχικά των κόλπων της καρδιάς και στη συνέχεια των κοιλιών. Αυτά, αφού φιλτραριστούν και ενισχυθούν, καταγράφονται στο γνωστό θερμογραφικό χαρτί. Σε αδρές γραμμές το έπαρμα P , οφείλεται στο ρεύμα που παράγεται όταν συσπώνται οι κόλποι της καρδιάς, το έπαρμα QRS που είναι συνήθως το μεγαλύτερο παράγεται όταν συσπώνται οι κοιλίες της καρδιάς, ενώ το έπαρμα Τ παράγεται όταν σταδιακά το μυοκάρδιο των κοιλιών επανέρχεται στην κατάσταση ηρεμίας. Πέρα από το μέγεθος και το σχήμα των επαρμάτων, έχει σημασία η ακριβής τους διάρκεια, όπως και η ακριβής μεταξύ τους απόσταση.  Τα σημεία από τα οποία λαμβάνονται τα ρεύματα είναι συγκεκριμένα και είναι 10, ένα στον δεξιό καρπό, ένα στον αριστερό καρπό, ένα στον δεξιό αστράγαλο, ένα στον αριστερό αστράγαλο και έξι στο θώρακα γύρω από την καρδιά.

Με το συνδυασμό των πληροφοριών σχηματίζονται 12 συνολικά γραφήματα, με τα οποία βλέπουμε την ηλεκτρική κατάσταση της καρδιάς από 12 πλευρές, οι έξι αφορούν το κατακόρυφο επίπεδο (όπως είναι τα χέρια και τα πόδια μας και λέγονται απαγωγές των άκρων, I, II, III, aVR, aVL, aVF) και οι άλλες έξι αφορούν το οριζόντιο επίπεδο και λέγονται προκάρδιες απαγωγές (V1, V2, V3, V4, V5, V6). Φυσικά η αλληλουχία των γραφημάτων με βάση και την ταχύτητα που τρέχει το χαρτί, μας δίνει τη συχνότητα και το είδος του ρυθμού με τον οποίο πάλλεται η καρδιά. Παρακάτω βλέπετε ένα πλήρες φυσιολογικό καρδιογράφημα ενήλικα

Καρδιογράφημα: Λίγα χαρακτηριστικά παραδείγματα της χρησιμότητάς του

Οπωσδήποτε η πιο σημαντική χρήση του καρδιογραφήματος είναι η διάγνωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου που οφείλεται σε αιφνίδια και πλήρη (100%) απόφραξη μεγάλης αρτηρίας της καρδιάς. Όσο πιο έγκαιρα γίνει η διάγνωση τόσο πιο γρήγορα μεταφέρεται στο νοσοκομείο ο ασθενής, οπότε είναι δυνατόν σε περίπτωση ανακοπής να επανέλθει και επίσης πολύ πιο άμεσα να λάβει τη δέουσα αντιμετώπιση ώστε να περιοριστούν το δυνατόν οι μελλοντικές επιπτώσεις του εμφράγματος. Η άμεση κινητοποίηση του ασθενούς να φωνάξει καρδιολόγο ή να μεταφερθεί στο νοσοκομείο για να ληφθεί καρδιογράφημα είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Σε περίπτωση πόνου που μοιάζει με αυτόν του εμφράγματος πρέπει να λαμβάνεται καρδιογράφημα εντός ολίγων λεπτών. Στο 90% των περιπτώσεων ο έμπειρος καρδιολόγος θα διαγνώσει το οξύ έμφραγμα με το καρδιογράφημα, ενώ σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν εξετάσεις αίματος για τη διάγνωση. Με το καρδιογράφημα πέρα από τη διάγνωση λαμβάνουμε επιπλέον πληροφορίες για την εντόπιση και τη σοβαρότητα του εμφράγματος. Με το καρδιογράφημα επίσης διαπιστώνουμε παλαιότερα εμφράγματα που ίσως δεν προκάλεσαν κανένα σύμπτωμα ή προκάλεσαν συμπτώματα που ο ασθενής δεν τα πρόσεξε.

Μία άλλη πολύ σημαντική και αναντικατάστατη χρήση του καρδιογραφήματος είναι η διάγνωση των διαφόρων αρρυθμιών. Για παράδειγμα με το καρδιογράφημα γίνεται η διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής, όπου απουσιάζει το φυσιολογικό έπαρμα P, καθώς οι κόλποι της καρδιάς δε συστέλλονται φυσιολογικά, ενώ οι κοιλίες συστέλλονται εντελώς άρρυθμα, οπότε παίρνονται σημαντικές αποφάσεις για την περαιτέρω αντιμετώπιση. Επίσης με το καρδιογράφημα διακρίνουμε σε μια βραδυκαρδία αν οφείλεται σε μη παραγωγή του ηλεκτρικού ερεθίσματος ή σε διακοπή του σε κάποιο σημείο κατά τη μετάδοσή του. Ανάλογα με τα ευρήματα και σε συνδυασμό με τα συμπτώματα λαμβάνεται η απόφαση για να τοποθετηθεί ή όχι βηματοδότης. Επιπλέον σε ανθρώπους με καρδιακή ανεπάρκεια που η καρδιά τους είναι πολύ εξασθενημένη, διακρίνουμε μέσα από το χρόνο που διαρκεί η σύσπαση των κοιλιών (διάρκεια του QRS) εάν πιθανόν θα ωφεληθούν από την τοποθέτηση αμφικοιλιακού βηματοδότη.

Σε γενικές γραμμές οι περισσότερες παθήσεις της καρδιάς αλλάζουν το καρδιογράφημά μας με έναν ιδιαίτερο τρόπο, οπότε πολλές φορές είναι η πρώτη εξέταση που μας θέτει την υποψία ότι υπάρχει κάποια πάθηση της καρδιάς οπότε γίνεται περαιτέρω έλεγχος για την ακριβή διάγνωση, π.χ. τρίπλεξ καρδιάς.

Γιατί είναι καλό όλοι μας και ειδικά οι άνδρες άνω των 40 και οι γυναίκες άνω των 50 να έχουν ένα καρδιογράφημα στο βιβλιάριο ή την τσάντα τους;

Κάθε άνθρωπος έχει πραγματικά ένα σχεδόν μοναδικό καρδιογράφημα ως προς τις λεπτομέρειές του όταν είναι σε άριστη κατάσταση από πλευράς υγείας. Τα όρια του φυσιολογικού είναι ευρέα, ώστε να περιλαμβάνουν όλες αυτές τις διαφορετικότητες. Εάν λοιπόν υπάρχει προηγούμενο καρδιογράφημα ξέρουμε πως είναι ακριβώς το καρδιογράφημα του συγκεκριμένου ατόμου και τυχόν αλλαγές που εμπίπτουν εντός του φυσιολογικού να γίνουν αντιληπτές. Για παράδειγμα αυτό που λέμε ηλεκτρικός άξονας της καρδιάς, είναι φυσιολογικός στις 80 μοίρες αλλά και στις -10 μοίρες. Εάν κάποιος έχει άξονα στις -10 μοίρες, αλλά μετά γίνει αιφνιδίως 80 μοίρες μπορεί να είναι ένδειξη κάποιας σοβαρής κατάστασης. Εάν δεν έχει προηγούμενο καρδιογράφημα για σύγκριση τότε μπορεί το καρδιογράφημα με τις 80 μοίρες να θεωρηθεί λανθασμένα φυσιολογικό. Επίσης αντιστρόφως πολλοί άνθρωποι έχουν αθώες παραλλαγές στο καρδιογράφημά τους, που όμως εάν δεν τις ξέρουμε από προηγούμενο καρδιογράφημα που έγινε όταν ήταν χωρίς συμπτώματα και ληφθεί καρδιογράφημα ενώ έχουν κάποιο σύμπτωμα π.χ. πόνο στο στήθος ή δύσπνοια, τότε μπορεί ο γιατρός να ξεγελαστεί από τις φυσιολογικές παραλλαγές και να υποβληθεί ο ασθενής σε άσκοπες εξετάσεις ακόμη και σε στεφανιογραφία.

Το να υπάρχει προηγούμενο καρδιογράφημα είναι υψίστης σημασίας σε ανθρώπους που έχουν ήδη υποστεί στη ζωή τους έμφραγμα μυοκαρδίου οπότε το καρδιογράφημα έχει ήδη κάποια συγκεκριμένα παθολογικά ευρήματα. Εάν ο ασθενής αυτός παρουσιάζει κάποια νέα συμπτώματα, η ύπαρξη του παλαιότερου καρδιογραφήματος θα μας βοηθήσει να ξεχωρίσουμε εάν έχει συμβεί κάτι καινούργιο.

Να κάνω πρώτα καρδιογράφημα ή τρίπλεξ καρδιάς;

Το καρδιογράφημα μας δείχνει την ηλεκτρική κατάσταση της καρδιάς, ενώ το τρίπλεξ μας δίνει πληροφορίες για τη δομή και τη λειτουργία της καρδιάς, των βαλβίδων της και των μεγάλων αγγείων που την περιβάλλουν. Λόγω της απλότητας και της ευκολίας στη λήψη του, ο κανόνας είναι σε όλες τις περιπτώσεις καρδιολογικής εξέτασης να προηγείται το καρδιογράφημα. Το τρίπλεξ καρδιάς είναι μια πιο εξειδικευμένη και προχωρημένη εξέταση, η οποία γίνεται πάντα μετά το καρδιογράφημα. Ακόμη κι αν η πιθανή διάγνωση είναι με βάση την εξέταση και το ιστορικό κάτι που θα το δούμε στο τρίπλεξ καρδιάς, π.χ. στένωση στην αορτική βαλβίδα, πρέπει να προηγηθεί το καρδιογράφημα.

Ο γιατρός που εκτελεί το τρίπλεξ καρδιάς, είναι περισσότερο προσανατολισμένος στο τι θα ψάξει και στο τι θα επιμείνει στο τρίπλεξ καρδιάς, εάν έχει γνώση των συμπτωμάτων του ασθενούς, της ακρόασης με το ακουστικό και την υπόλοιπη κλινική εξέταση, και φυσικά και του καρδιογραφήματος. Για παράδειγμα εάν το καρδιογράφημα δείχνει πιθανό παλαιό κατώτερο έμφραγμα του μυοκαρδίου, ο καρδιολόγος που κάνει το τρίπλεξ καρδιάς πρέπει να το επιβεβαιώσει ή να επισημάνει ότι παρά την εικόνα αυτή στο καρδιογράφημα (που κάποιες φορές μπορεί να μας μπερδεύει) δεν βλέπει εικόνα κατωτέρου εμφράγματος.

Δυστυχώς στις μέρες μας, υπάρχει η έντονη εξειδίκευση των ιατρών και η εκτέλεση διαφορετικών εξετάσεων από πολλούς ιατρούς της ίδιας ειδικότητας. Για παράδειγμα μπορεί άλλος καρδιολόγος να πάρει το ιστορικό, άλλος να κάνει το καρδιογράφημα και άλλος το τρίπλεξ καρδιάς, ή μπορεί να γίνει λανθασμένα πρώτα το τρίπλεξ και μετά ή καθόλου το καρδιογράφημα. Συχνά επίσης γιατροί άλλης ειδικότητας παραπέμπουν κατευθείαν ή οι ίδιοι οι ασθενείς από μόνοι τους έρχονται κατευθείαν στον καρδιολόγο για τρίπλεξ καρδιάς, χωρίς να έχει προηγηθεί καρδιογράφημα. Αυτά δυσκολεύουν τη δουλειά του καρδιολόγου, ως προς το ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα και τι πρέπει να κάνει ο ασθενής από δω και πέρα. Η σωστή σειρά είναι ιστορικό, εξέταση, καρδιογράφημα και όπου χρειάζεται περαιτέρω εξετάσεις, π.χ. τρίπλεξ καρδιάς από τον ίδιο γιατρό ή άλλον που όμως θα έχει υπόψη το ιστορικό, την εξέταση και το καρδιογράφημα.

Κάθε πότε πρέπει να κάνω καρδιογράφημα;

Το καρδιογράφημα αποτυπώνει την ηλεκτρική κατάσταση της καρδιάς τα δευτερόλεπτα που γίνεται. Στην πράξη καταγράφει το παρόν και μόνιμες, σοβαρές διαταραχές του παρελθόντος, και με βάση αυτά και τις υπόλοιπες πληροφορίες από το ιστορικό και την εξέταση που πάντοτε το συνοδεύουν «υποθέτουμε» το κοντινό μέλλον. Δεν έχει τόσο σημασία κάθε πότε ακριβώς θα γίνεται το προληπτικό καρδιογράφημα. Το σημαντικότερο είναι να εάν εμφανιστούν νέα συμπτώματα, όπως λιποθυμία, πόνος στο στήθος, δύσπνοια, πρησμένα πόδια, ταχυκαρδία πάνω από 100 ή βραδυκαρδία κάτω από 50, τότε πρέπει να γίνεται το γρηγορότερο νέο καρδιογράφημα, ακόμη κι αν έχουμε κάνει άλλο πολύ πρόσφατα.  Για παράδειγμα όσο καρδιογραφήματα κι αν έχουμε κάνει στη ζωή μας ή αν κάναμε και πριν μια ώρα, εάν πονέσουμε στο στήθος πρέπει το ταχύτερο να ξανακάνουμε.

Όσον αφορά το προληπτικό καρδιογράφημα μπορεί να αναφερθούν τα παρακάτω χωρίς να είναι απόλυτα.

Άνδρες άνω των 40 ετών ή γυναίκες άνω των 50, που δεν έχουν προβλήματα υγείας και η κατάστασή του είναι σταθερά καλή, συνιστάται να κάνουν καρδιογράφημα για προληπτικούς λόγους κάθε 3 με 5 έτη. Εάν υπάρχουν επιπλέον παράγοντες για καρδιολογικά προβλήματα, όπως κάπνισμα ή διαβήτης, καλό είναι ο καρδιολογικός έλεγχος με καρδιογράφημα να γίνεται ανά δύο έτη. Επίσης εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό με γονείς ή αδέλφια που σε ηλικία κάτω των 60 ετών, έχουν υποστεί έμφραγμα ή εγκεφαλικό ή έχουν κάνει μπαλονάκι στην καρδιά, τότε καλό είναι ο έλεγχος να γίνεται σε ηλικία 5 έτη λιγότερα από την ηλικία στην οποία το «έπαθε» ο άμεσος συγγενής και μετά κάθε δύο έτη τουλάχιστον. Εάν υπάρχει άμεσος συγγενής που έχει κάνει bypass ίσως η εξέταση με καρδιογράφημα να πρέπει μα ξεκινάει ακόμη νωρίτερα (π.χ. 8 έτη). Όλα αυτά βέβαια δεν είναι απόλυτα. Για παράδειγμα ένα κάποιος έχει πατέρα που στα 60 έκανε bypass, αλλά ο πατέρας του είχε διαβήτη, πολύ χοληστερίνη και κάπνιζε και ο ίδιος δεν έχει τέτοια θέματα, πιθανότατα κινδυνεύει πολύ λιγότερο από τον πατέρα του.

Εάν κάποιος θέλει να ασκηθεί συστηματικά, ενώ πριν δεν ασκούνταν καθόλου, πρέπει να γίνεται καρδιογράφημα και πιθανόν ανάλογα με την ηλικία και τεστ κόπωσης.

Καλό είναι κάθε παιδί όταν ξεκινάει το δημοτικό σχολείο να κάνει καρδιογράφημα.

Παιδιά και έφηβοι κάτω των 20 ετών που αθλούνται πρέπει τουλάχιστον ανά διετία να εξετάζονται με καρδιογράφημα, γιατί η επικίνδυνη για τη ζωή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια εκδηλώνεται συνήθως στην εφηβεία και εάν εμφανιστεί πρέπει να σταματήσει η άσκηση.

Στην ηλικία 20 με 40 για τους άνδρες και 20 με 50 για τις γυναίκες τα νοσήματα της καρδιάς είναι σπάνια. Προσωπικά συνιστώ στις ηλικίες αυτές προληπτικό έλεγχο με καρδιογράφημα ανά 5 έτη, εκτός εάν κάποιος αθλείται οπότε χρειάζεται συχνότερος έλεγχος.

Εάν υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα με μόνιμα καρδιολογικά προβλήματα, τότε σίγουρα πρέπει αναλόγως την περίπτωση να κάνουμε συχνά καρδιογραφικό έλεγχο. Για παράδειγμα εάν έχουμε βηματοδότη καλό είναι κάθε έξι μήνες να γίνεται καρδιογράφημα. Εάν έχουμε σοβαρό πρόβλημα με κάποια βαλβίδα της καρδιάς, όπως σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας, τότε πρέπει επίσης ανά εξάμηνο να γίνεται εκτός από καρδιολογική εξέταση με τρίπλεξ καρδιάς και καρδιογράφημα. Εάν έχουμε περάσει έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρέπει επίσης να γίνεται προγραμματισμένα καρδιογράφημα τουλάχιστον ανά 12 μήνες. Εάν έχουμε διαβήτη και ειδικά αν παράλληλα καπνίζουμε, καλό είναι να ελεγχόμαστε με καρδιογράφημα ανά έτος.

 

2017-12-05T08:53:24+00:00