Βηματοδότης

Ο βηματοδότης είναι μια μικρή συσκευή που τοποθετείται κάτω από το δέρμα και διεγείρει ηλεκτρικά την καρδιά, όταν αυτό καθυστερεί να γίνει αυτόματα.

Τι είναι ο βηματοδότης;

Ο βηματοδότης αποτελεί μια μικρή ηλεκτρονική συσκευή που έχει ως αποστολή να διεγείρει ηλεκτρικά την καρδιά σε ένα ή περισσότερα σημεία μέσω ειδικών καλωδίων, υποκαθιστώντας το φυσιολογικό βηματοδότη της καρδιάς (φλεβόκομβος), όταν αυτό χρειάζεται. Οι σύγχρονοι βηματοδότες είναι πολύ εξελιγμένα μηχανήματα που μπορούν να ρυθμίζονται με εξωτερικό προγραμματιστή και να ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες του ασθενούς. Η τοποθέτηση γίνεται με  πολύ απλή χειρουργική επέμβαση από εξειδικευμένους καρδιολόγους. Περίπου κάθε 6 με 10 χρόνια απαιτείται αντικατάσταση του βηματοδότη λόγω εξάντλησης της μπαταρίας του, κάτι που επίσης αποτελεί πολύ απλή επέμβαση. Οι βηματοδότες είναι από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις της καρδιολογίας και πραγματικά όχι μόνο βελτιώνουν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυξάνουν και την επιβίωση.

Βηματοδότης: Πώς συστέλλεται η καρδιά μας κάθε φορά;

Η καρδιά μας είναι ένας μυς που αντλεί αίμα προς όλο μας το σώμα. Όπως κάθε μυς έχει την ιδιότητα να συσπάται κάθε φορά που ένα ηλεκτρικό ρεύμα κατάλληλης έντασης τη διεγείρει. Το μικρό αυτό ηλεκτρικό ρεύμα παράγεται φυσιολογικά σε μια συγκεκριμένη περιοχή της καρδιάς στο άνω μέρος του δεξιού κόλπου, που ονομάζεται φλεβόκομβος και που ουσιαστικά αποτελεί το φυσιολογικό μας βηματοδότη. Το μικρό αυτό ρεύμα ταξιδεύει σε όλη την καρδιά μέσω ενός ειδικού συστήματος φυσικών καλωδίων και με αυτό τον τρόπο έχουμε τους παλμούς της καρδιάς. Η καρδιά αποτελείται από δύο βοηθητικές κοιλότητες που τις λέμε κόλπους (δεξιός και αριστερός), οι οποίοι υποδέχονται αρχικά το αίμα από το σώμα και με τη συστολή τους βοηθούν στο να προωθηθεί μέσω βαλβίδων προς τις δύο επόμενες κοιλότητες, τις κοιλίες (δεξιά και αριστερή), οι οποίες είναι οι βασικές αντλίες που στέλνουν το αίμα με τη συστολή τους σε όλο το σώμα. Εάν το μικρό αυτό ρεύμα που παράγεται στον φλεβόκομβο για κάποιο λόγο δεν παραχθεί ή εάν η μεταφορά του προς τις κοιλίες διακοπεί, τότε η καρδιά μας δε συστέλλεται.

Σε ποιες περιπτώσεις χρειάζεται ο βηματοδότης;

Τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν για να μπει η διάγνωση που θα μας οδηγήσει σε εμφύτευση βηματοδότη, είναι κυρίως το καρδιογράφημα και το χόλτερ καταγραφής ρυθμού. Ο βηματοδότης θα είναι ωφέλιμος για τον ασθενή όταν παρουσιάζει συμπτώματα όπως λιποθυμία ή σκοτοδίνη σε συνδυασμό με χαμηλούς καρδιακούς παλμούς, συνήθως κάτω από 45. Σπανιότερα υπάρχουν άλλα συμπτώματα όπως  έντονη αδυναμία, εύκολη κόπωση ή ακόμη και δύσπνοια, που εάν δεν οφείλονται αλλού ,π.χ. σε χαμηλό αιματοκρίτη, και συνδυάζονται με χαμηλούς παλμούς πάλι τοποθετείται βηματοδότης. Εάν ο ασθενής είναι υγιέστατος χωρίς συμπτώματα, αλλά τυχαία βρίσκεται να έχει χαμηλούς παλμούς, τότε συνήθως δεν υποβάλλεται σε εμφύτευση βηματοδότη. Είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς ότι δεν έχει σημασία το πόσους παλμούς έχουμε, αλλά εάν έχουμε συμπτώματα. Για παράδειγμα υπάρχουν άνθρωποι με 40 έως 50 παλμούς που ποτέ δεν έχουν λιποθυμίσει. Στις περιπτώσεις αυτές αναλύουμε το καρδιογράφημα και το χόλτερ ρυθμού και εάν δε βρούμε συγκεκριμένα προβλήματα όπως διακοπές της καρδιάς πάνω από 2,5 δευτερόλεπτα ή διακοπή του ρεύματος της καρδιάς από τους κόλπους προς τις κοιλίες (λέγεται κολποκοιλιακός αποκλεισμός) , δεν χρειάζεται να μπει βηματοδότης. Είναι λογικό ασθενείς με παλμούς κάτω από 50 να παρακολουθούνται συχνά από καρδιολόγο, π.χ. ανά εξάμηνο.

Τις περισσότερες φορές που τίθεται το ερώτημα να μπει ή όχι βηματοδότης, είναι όταν ένας ασθενής έχει λιποθυμήσει. Με το ιστορικό, την εξέταση και το καρδιογράφημα ο καρδιολόγος διακρίνει εάν το πρόβλημα οφείλεται σε διαταραχές του ρυθμού της καρδιάς, π.χ. στην παραγωγή ή τη μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος στην καρδιά. Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις θα χρησιμοποιήσει και το χόλτερ καταγραφής ρυθμού. Καλό είναι να προηγείται εξέταση από καρδιολόγο με λήψη καρδιογραφήματος και μετά να μπαίνει χόλτερ ρυθμού. Το απλό καρδιογράφημα που το διαβάζει καρδιολόγος και όχι γιατρός άλλης ειδικότητας μας δίνει πολλές πληροφορίες και είτε βάζει τη διάγνωση, είτε μας βάζει σε υποψία ότι το πρόβλημα θα λυθεί με το βηματοδότη.

Όταν το απλό καρδιογράφημα δεν βοηθά στη διάγνωση και τα συμπτώματα διαρκούν πολύ λίγο, τότε βάζουμε χόλτερ ρυθμού προσπαθώντας να συσχετίσουμε τα συμπτώματα με ταυτόχρονη καταγραφή στο χόλτερ. Περισσότερο προχωρημένες τεχνικές είναι το εμφυτεύσιμο χόλτερ που απαιτεί επέμβαση και καταγράφει καρδιακό ρυθμό για μήνες ή και χρόνια, καθώς και η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη, όπου ειδικοί αρρυθμιολόγοι κάνουν άμεσες μετρήσεις μέσα στην καρδιά με ειδικούς καθετήρες – ηλεκτρόδια.    Οι προχωρημένες αυτές τεχνικές αφορούν περιπτώσεις που υποτροπιάζουν και με τα απλούστερα μέσα δεν τίθεται η διάγνωση. Επίσης είναι χρήσιμες σε ειδικά επαγγέλματα, όπως οδηγοί μέσων μεταφοράς. Γενικά η λιποθυμία είναι περισσότερο ύποπτη ότι οφείλεται σε διακοπή του καρδιακού ρυθμού όταν γίνεται σε καθιστή θέση και όταν είναι πολύ απότομη και ο ασθενής δεν προλαβαίνει να προστατευθεί, ειδικά εάν τραυματιστεί. Επίσης, όταν δεν βρίσκεται κάποιο άλλο αίτιο, π.χ. πτώση της πίεσης.

Βηματοδότης : Πώς γίνεται η τοποθέτηση – εμφύτευση;

Η τοποθέτηση του βηματοδότη και των καλωδίων του γίνεται εντός νοσοκομείου, αφού έχει γίνει εισαγωγή του ασθενούς συνήθως μία ημέρα νωρίτερα ή εάν είναι όλα έτοιμα (εξετάσεις κ.τ.λ.) την ίδια την ημέρα του χειρουργείου. Η διαδικασία γίνεται με τοπική αναισθησία από τον ίδιο τον καρδιολόγο και δεν χρειάζεται αναισθησιολόγος. Επομένως, ο ασθενής είναι ξύπνιος και μπορεί να συνομιλεί  με το γιατρό του. Δεν είναι απαιτητική επέμβαση όσον αφορά την κατάσταση του ασθενούς και μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε ηλικία. Γίνεται σε  χειρουργική αίθουσα για την αποφυγή μόλυνσης της συσκευής, η οποία αίθουσα είναι κατάλληλα διαμορφωμένη π.χ. υπάρχει ακτινοσκόπιο για έλεγχο της θέσης των καλωδίων. Η διάρκεια της επέμβασης είναι περίπου 45 με 60 λεπτά ή και περισσότερο, ανάλογα με τον αριθμό των καλωδίων που έχουν να τοποθετηθούν και τη δυσκολία που παρουσιάζει ο κάθε ασθενής στο να βρεθεί η κατάλληλη θέση του καλωδίου.

Οι βηματοδότες που χρησιμοποιούνται σήμερα τοποθετούνται κάτω από την κλείδα στο τοίχωμα του θώρακα σε βάθος λίγων εκατοστών και συνδέονται με την καρδιά μέσω καλωδίων που φτάνουν εκεί διαμέσου κάποιας φλέβας , π.χ. της υποκλειδίου. Κατά τη διαδικασία της τοποθέτησης γίνεται μια μικρή τομή λίγων εκατοστών στο πάνω μέρος του θώρακα και  αρχικά τοποθετούνται τα καλώδια (ένα έως τρία), ελέγχονται για τη σωστή τους θέση με ακτινοσκόπηση, για τη σωστή τους λειτουργία με ειδικό τεχνικό της εταιρείας του βηματοδότη που παραβρίσκεται στη χειρουργική αίθουσα και στο τέλος τοποθετείται ο βηματοδότης σε ένα είδος θήκης που με το χέρι του διαμορφώνει ο γιατρός κάτω από το δέρμα και βιδώνεται στα καλώδια. Ακολουθεί η συρραφή του τραύματος εσωτερικά και εξωτερικά με λίγα ράμματα (περίπου 4 με 5), τα οποία αφαιρούνται σε 7 με 9 ημέρες. Τα βασικά στοιχεία της επιτυχούς τοποθέτησης είναι εκτός της καλής λειτουργίας της συσκευής, να μην ακολουθήσει μόλυνση της συσκευής, να μην γίνει αιμάτωμα και να μην ενοχλείται ο ασθενής από τη λειτουργία της συσκευής.

Πόσα καλώδια έχει ο βηματοδότης;

Οι περισσότεροι βηματοδότες έχουν δύο καλώδια, ένα που η άκρη του βρίσκεται στο δεξιό κόλπο και ένα που η άκρη του βρίσκεται στην κορυφή της δεξιάς κοιλίας. Ας το συζητήσουμε και αναλυτικότερα.

Όλοι οι βηματοδότες έχουν ένα καλώδιο που δίνει ρεύμα στις κοιλίες και συνήθως τοποθετείται στην κορυφή της δεξιάς κοιλίας, αν και τελευταία προτείνονται και υψηλότερες θέσεις που προσομοιάζουν περισσότερο προς τη φυσιολογική βηματοδότηση. Πολλές φορές, όταν δεν έχουμε μόνιμη κολπική μαρμαρυγή και οι κόλποι της καρδιάς συστέλλονται κανονικά, τοποθετείται και δεύτερο καλώδιο στο δεξιό κόλπο της καρδιάς, Το δεύτερο αυτό καλώδιο βρίσκεται πολύ κοντά στον φυσιολογικό βηματοδότη της καρδιάς, οπότε μπορεί το ρεύμα που παράγει η συσκευή να προωθηθεί μέσω των φυσικών καλωδίων της καρδιάς, ώστε η βηματοδότηση να γίνεται με έναν τρόπο που προσομοιάζει στον φυσικό τρόπο  σε μεγάλο βαθμό. Σπάνια τοποθετείται και τρίτο καλώδιο που διεγείρει την αριστερή κοιλία, μέσω της επιφανειακής φλέβας της καρδιάς του στεφανιαίου κόλπου επιτυγχάνοντας αυτό που λέμε αμφικοιλιακή βηματοδότηση, δηλαδή ταυτόχρονη βηματοδότηση και των δύο κοιλιών με δύο ξεχωριστά καλώδια. Η αμφικοιλιακή βηματοδότηση αφορά ειδικές περιπτώσεις ανθρώπων με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, αν και τελευταία αναδύεται η άποψη να χρησιμοποιείται ευρύτερα σε καρδιές που δεν έχουν φθάσει ακόμη σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά έχει ξεκινήσει η μείωση της δύναμης της καρδιάς.

Συμπερασματικά ο βηματοδότης είναι είτε με ένα καλώδιο (μονοεστιακός) και βηματοδοτεί τη δεξιά κοιλία, είτε με δύο καλώδια (διπλοεστιακός)   και βηματοδοτεί το δεξιό κόλπο και τη δεξιά κοιλία, είτε με τρία καλώδια, ένα επιπλέον στο στεφανιαίο κόλπο και λέγεται αμφικοιλιακός. Εξαιρετικά σπάνια μπορεί αν έχουμε δύο καλώδια, ένα στη δεξιά κοιλία και ένα στην αριστερή κοιλία.

Τι είναι ο ασύρματος βηματοδότης; Είναι καλύτερος από αυτούς που έχουν καλώδια;

Από το 2013 έχουν κάνει την εμφάνισή τους στην αγορά ασύρματα μικροσκοπικά μοντέλα βηματοδοτών που τοποθετούνται με καθετήρες κατευθείαν στη δεξιά κοιλία, χωρίς να γίνεται τομή στο θώρακα. Οι βηματοδότες αυτοί παράγουν τοπικά το ηλεκτρικό ρεύμα και διεγείρουν την καρδιά άμεσα χωρίς τη μεσολάβηση καλωδίων. Η διάρκεια ζωής της μπαταρίας τους είναι 7 με 10 έτη και όταν εξαντληθεί η μπαταρία τους μένουν στη θέση τους και δεν αφαιρούνται, αλλά τοποθετείται δίπλα νέος βηματοδότης.  Δεν αντικαθιστούν τους βηματοδότες με δύο ή τρία καλώδια και είναι ουσιαστικά κατώτεροι σε λειτουργίες και επιλογές από αυτούς. Αποτελούν καλή επιλογή για ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή οι οποίοι χρειάζονται μονοεστιακό βηματοδότη στη δεξιά κοιλία, δηλαδή βηματοδότη με ένα μόνο καλώδιο. Επίσης απαιτείται η περιοχή της δεξιάς κοιλίας όπου τοποθετούνται να έχει κάποιες προδιαγραφές που φαίνονται στον υπέρηχο καρδιάς και δεν μπορούν να τοποθετηθούν σε ασθενείς που έχουν απινιδωτή. Ασφαλώς, εάν βελτιωθούν σε ασφάλεια και λειτουργίες, οι ασύρματοι βηματοδότες θα είναι οι βηματοδότες του μέλλοντος, ωστόσο προς το παρόν είναι σαφώς κατώτεροι σε λειτουργίες από τους βηματοδότες με δύο ή τρία καλώδια.

Βηματοδότης: Τι πρέπει να προσέχω;

Όλες οι φυσικές – σωματικές δραστηριότητες επιτρέπονται, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν άμεσα και ισχυρά χτυπήματα στην περιοχή του βηματοδότη. Ουσιαστικά μετά τις 20 ημέρες από την επέμβαση, τα καλώδια του βηματοδότη ενσωματώνονται στη θέση που βρίσκονται και από κει και μετά αφαιρούνται πολύ δύσκολα μόνο με ειδικά εργαλεία που βρίσκονται σε λίγα συγκεκριμένα νοσοκομεία ή συνηθέστερα με ανοικτή επέμβαση καρδιάς.

Κανένα φάρμακο δεν επηρεάζει σε αξιόλογο βαθμό τη λειτουργία του βηματοδότη. Κάποια συγκεκριμένα αντιαρρυθμικά, όπως και οι διαταραχές του καλίου στο αίμα, μπορεί να αλλάξουν σε μικρό, αλλά όχι ουσιαστικό βαθμό το πόσο ρεύμα πρέπει να δώσει ο βηματοδότης για να διεγείρει την καρδιά.

Τα κινητά και ασύρματα τηλέφωνα επιτρέπονται, αν και είναι προτιμότερο η συνομιλία να γίνεται από την άλλη πλευρά από αυτή που έχει τοποθετηθεί ο βηματοδότης. Δεν επιτρέπεται να τοποθετείται το κινητό τηλέφωνο σε τσεπάκι πάνω από το βηματοδότη. Δεν επιτρέπεται να βρίσκεται ο ασθενής πολύ κοντά σε μεγάλες κεραίες που εκπέμπουν ακτινοβολία.  Όταν πρόκειται να περάσει ο ασθενής από ειδικές πόρτες με μαγνητική ανίχνευση όπως σε τράπεζες ή αεροδρόμια, πρέπει να ενημερώνει ώστε να περνά τον έλεγχο από άλλο σημείο. Δεν μπορεί να γίνει μαγνητική τομογραφία σε οποιοδήποτε όργανο εάν υπάρχει βηματοδότης, εκτός εάν το μοντέλο του βηματοδότη το επιτρέπει. Τέτοιοι βηματοδότες που επιτρέπουν να γίνει μαγνητική (MRI safe) μπαίνουν κυρίως σε παιδιά και νέους ή εάν το επιτρέπει τυχόν ιδιωτικό ασφαλιστικό συμβόλαιο, διαφορετικά πρέπει να τον πληρώσει ο ασθενής.

Φυσικά ο ασθενής πρέπει να προσέχει τακτικά την περιοχή του δέρματος κάτω από την οποία βρίσκεται ο βηματοδότης για τυχόν διάνοιξη ή ερυθρότητα (κοκκινίλα) που είναι σημάδια μόλυνσης. Εάν ένας ασθενής που έχει βηματοδότη κάνει πυρετό χωρίς να υπάρχει εμφανές αίτιο (π.χ. πνευμονία ή ουρολοίμωξη) και ο πυρετός διαρκεί πάνω από 5 ημέρες ή δεν  ανταποκρίνεται στην αντιβίωση, πρέπει να επισκέπτεται το νοσοκομείο για ειδικές εξετάσεις  ακόμη και εάν η περιοχή του βηματοδότη μοιάζει υγιής. Ο ασθενής με βηματοδότη είναι ευάλωτος σε πιθανή λοίμωξη των καλωδίων ή της ίδιας της συσκευής από μικρόβια που μπορεί να εισέλθουν εντός της κυκλοφορίας του αίματος. Για το λόγο αυτό συνιστάται καλή στοματική υγιεινή και προσεχτική εκτέλεση ιατρικών πράξεων, όπως εισαγωγή ουροκαθετήρα, βιοψία δέρματος, εντέρου ή πνεύμονα, με παράλληλη χορήγηση αντιβίωσης όπου το κρίνει και ο αντίστοιχος γιατρός σε συνεννόηση με τον καρδιολόγο. Επισημαίνεται ότι η μόλυνση του βηματοδότη είναι απειλητική για τη ζωή κατάσταση, απαιτεί εβδομάδες θεραπείας με ισχυρή αντιβίωση και γίνεται αφαίρεση τόσο των καλωδίων, όσο και της συσκευής με ειδικά εργαλεία ή ανοιχτό χειρουργείο καρδιάς.

Βηματοδότης : Πώς γίνεται η παρακολούθηση;

Ο βηματοδότης απαιτεί έλεγχο της λειτουργίας του με καρδιογράφημα και προγραμματιστή της εταιρείας  μέσα στον πρώτο μήνα από την τοποθέτησή του, γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο μετακίνησης ενός εκ των καλωδίων και επιπλέον ο καρδιολόγος ρωτά τον ασθενή εάν πραγματοποιεί όλες του τις δραστηριότητες χωρίς προβλήματα, καθώς πιθανόν να χρειάζονται κάποιες επιπλέον ρυθμίσεις της πολύπλοκης αυτής συσκευής. Επίσης γίνεται μια πρώτη αξιόπιστη εκτίμηση για τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας. Μετά τη μέτρηση στον πρώτο μήνα, ο επανέλεγχος γίνεται σε τακτική βάση κάθε 6 μήνες. Σε γενικές γραμμές για τα πρώτα 5 έτη (ή λιγότερο εάν η αρχική εκτίμηση είναι για λιγότερα έτη κάτι που είναι αρκετά σπάνιο)  η παρακολούθηση μπορεί να γίνεται και από τον απλό  καρδιολόγο που παρακολουθεί τον ασθενή, ο οποίος εάν απαιτείται παραπέμπει στον εξειδικευμένο καρδιολόγο. Μετά τα 5 έτη, καλό είναι τουλάχιστον ετησίως να γίνεται εξειδικευμένη μέτρηση με προγραμματιστή.

Όταν η μπαταρία του βηματοδότη έχει μειωθεί σε λιγότερο από ένα έτος διάρκεια, γίνονται μετρήσεις ανά 3 μήνες. Όλα αυτά τροποποιούνται ανάλογα με το που μένει ο ασθενής και τι δυνατότητες παρακολούθησης έχει. Καλό είναι πάντως να τηρείται όσο το δυνατόν το παραπάνω χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης. Εάν ο ασθενής εμφανίσει ξανά τα συμπτώματα που είχε πριν βάλει το βηματοδότη, εάν μετρήσει επανειλημμένα χαμηλότερους παλμούς από εκεί που έχει ρυθμιστεί το μηχάνημα (π.χ. 60 το λεπτό) ή εάν παρουσιάσει επίμονες ταχυκαρδίες καλό είναι να γίνεται καρδιογράφημα, πιθανόν χόλτερ ρυθμού και εκτάκτως έλεγχος του βηματοδότη. Τα τελευταία χρόνια σε συγκεκριμένα μοντέλα βηματοδοτών, υπάρχουν προγράμματα παρακολούθησης της λειτουργίας του βηματοδότη από το γραφείο του ιατρού, ενώ ο ασθενής βρίσκεται στο σπίτι του.

Βηματοδότης : Πότε γίνεται η αντικατάστασή του;

Η αντικατάσταση του βηματοδότη γίνεται προγραμματισμένα όταν η συσκευή λόγω εξάντλησης της μπαταρίας της πρέπει να αντικατασταθεί. Η φάση προγραμματισμένης αντικατάστασης είναι μια ενδιάμεση φάση πριν την οριστική εξάντληση του βηματοδότη και διαρκεί αρκετούς μήνες. Στη φάση αυτή αρχικά ο βηματοδότης δουλεύει με όλες του τις λειτουργίες, όμως, σταδιακά ανά εβδομάδες χάνει μέρος των λειτουργιών του, π.χ. χάνει τη λειτουργία να ανεβάζει τους παλμούς όταν ο ασθενής κινείται, αργότερα χάνει τη λειτουργία στο καλώδιο του κόλπου και τελικά αρχίζει να μειώνει τους παλμούς με τους οποίους διεγείρει την καρδιά χαμηλότερα από την αρχική ρύθμιση. Στα τελευταία στάδια της φάσης  αυτής πολλές φορές ο ασθενής αναπτύσσει συμπτώματα, όπως εύκολη κόπωση ή δύσπνοια στη μικρή προσπάθεια. Καλό είναι η αντικατάσταση του βηματοδότη να γίνει στην αρχή της φάσης προγραμματισμένης αντικατάστασης, όταν ακόμη ο βηματοδότης δουλεύει με όλες τις βασικές λειτουργίες. Σπάνια ο βηματοδότης αντικαθίσταται πριν την εξάντληση της μπαταρίας του, εάν κάποιο από τα καλώδια δεν λειτουργεί σωστά, οπότε μαζί με την τοποθέτηση καινούργιου καλωδίου, αλλάζουμε και το βηματοδότη.

Στην αντικατάσταση, μετά από τοπική αναισθησία και αφού γίνει η σχετική μικρή  τομή, αφαιρείται η συσκευή του παλαιού βηματοδότη, αυτή που συχνά μπορούμε να ψηλαφίσουμε ψηλά στο θώρακα, και τοποθετείται η καινούργια συσκευή που βιδώνεται στα παλαιά καλώδια, αφού γίνουν οι μετρήσεις ότι τα καλώδια δουλεύουν ικανοποιητικά. Επιπλέον καλώδιο τοποθετείται δίπλα στα παλαιά  στην περίπτωση που ένα καλώδιο δεν λειτουργεί όπως πρέπει, οπότε ο νέος βηματοδότης βιδώνεται στο καινούργιο καλώδιο. Φυσικά στο τέλος γίνονται λίγα ράμματα για να κλείσει η τομή, τα οποία αφαιρούνται σε 7-9 ημέρες. Σε αντίθεση με την αρχική τοποθέτηση του βηματοδότη και εάν δε χρειαστεί να τοποθετηθεί νέο καλώδιο, που είναι και το σύνηθες, δεν υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης των καλωδίων τις πρώτες εβδομάδες μετά την αντικατάσταση. Οι σοβαρότερες επιπλοκές κατά την αντικατάσταση του βηματοδότη είναι το αιμάτωμα και ακόμη χειρότερη επιπλοκή η μόλυνση. Μάλιστα η μόλυνση είναι πιο πιθανή στην αντικατάσταση από ότι στην πρώτη τοποθέτηση.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

  • Ο βηματοδότης αντικαθιστά το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς, όταν αυτό δεν λειτουργεί καλά και ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα.
  • Η συσκευή τοποθετείται στο θώρακα κάτω από το δέρμα, ενώ τα καλώδιά της φτάνουν στην καρδιά μέσω φλεβών.
  • Η επέμβαση για την τοποθέτηση βηματοδότη είναι απλή και γίνεται από εξειδικευμένους καρδιολόγους σε ειδική χειρουργική αίθουσα με τοπική αναισθησία.
  • Η διάρκεια ζωής του βηματοδότη είναι 6 με 10 έτη. Όταν η μπαταρία εξαντληθεί απομακρύνεται το παλιό μηχάνημα και τοποθετείται καινούργιο στη θέση του, ενώ τα καλώδια του βηματοδότη μένουν ως έχουν.
  • Όλοι όσοι έχουν βηματοδότη, πρέπει να παρακολουθούνται από καρδιολόγο ανά 6 με 12 μήνες.
2017-12-05T08:57:19+00:00